Τετάρτη, Φεβρουαρίου 02, 2005

τζιτζιμπίρα

τζιτζιμπίρα: η. το λεγόμενο και τζιντερέιλ. αναψυκτικό από πιπερόρριζα, ιδιαίτερα δημοφιλές στη βόρεια αμερική (βλ. "πού θα πας εκεί, στη βόρεια αμερική, να δεις και τον ερμή να παίζει μουσική"). ιδιότητες: δεν είναι μπύρα, κάνει μπουρμπουλήθρες, έχει τρία γιώτα (και μάλιστα ένα τονούμενο).
και επειδή πολλά συμβαίνουν και πάντα μια τζιτζιμπίρα βοηθάει τη χώνεψη, εμείς εδώ θα είμαστε για όποιον θέλει μια τζιτζιμπίρα ακόμα. σι γιου..

4 σχολιάκια:

Ανώνυμος είπε..

μεζέ θα έχει?

SoToS133 είπε..

τζιτζιφιόγκος: ο φιόγκος από χαρτοπετσέτα που λαιμοδένει τη φιάλη της τζιτζιμπίρας όπως συναντάται σε όλα τα καθωσπρέπει ρεστοράν με το κατάλληλα ενδεδυμένο γκαρσόν που την προσφέρει (καταχρηστικά καλείται και αυτός τζιτζιφιόγκος, ως παραπομπή στην υπηρεσία του)

Ανώνυμος είπε..

τζιτζίφος: όταν ο τζιτζιφιόγκος της τζιτζιμπίρας δεν παραπέμπει τόσο σε φιόγκο αλλά σε κόμπο.Από τότε χρησιμοποιείται συντομογραφικά ως τζίφος για να εκφράσει μια αποτυχημένη προσπάθεια (όχι απαραίτητα φιόγκου).

kkk είπε..

Φιλαράκι σόρυ που στα χαλάω, δηλαδή, αλλά άλλο η τζιτζιμπίρα και άλλο η τζιτζιρέλα.

Στον Ελληνικό χώρο ίσως μπορεί αυτές οι δύο έννοιες να μη διαχωρίζονται, αλλά στις αγγλόφωνες χώρες ή αδυναμία τις ξεχωρίζεις προδίδει τουλάχιστον τριτοκοσμικό background, πιθανώς πρώην Σοβιετικού μπλόκ.

Διευκρινίζω:

Ginger Ale: Χρώμα σκούρο κατρουλί, διάφανη, κυρίως σαν μίξερ για ουίσκι, γεύση πιό ήπια από την καυτή...

Ginger Beer: Ημι-γαλακτώδης εμφάνιση, κάπως σαν την παλιά "λεμονίτα", αλλα ακόμα πιο θολή. Πολύ καυτή, τονωτική, και πολύ πιο κοινή σαν αναψυκτικό.